Δίας και Ευρώπη

Μιας και όλο μιλάμε για την Ευρώπη, η ιστορία του ερχομού της στην Κρήτη. Ακρως ερωτική. (λίγο μεγάλο, όσο αντέξετε)  Το σχέδιο με μολύβι

Φωτεινή Στεφανίδη

Ολοκόκκινο χιτώνα φόρεσε κείνο το πρωί η κόρη του βασιλιά Αγήνορα, η Ευρώπη. Έναν απλό λινό χιτώνα που άφηνε το κορμί της να κινείται ελεύθερα και τόνιζε τη χάρη και την ομορφιά των δεκάξι της χρόνων. Την περίμεναν οι φίλες της να τρέξουν, να παίξουν, να βουτήξουν στη θάλασσα.

Δεν ξεμάκρυναν πολύ απ’ το παλάτι. Πήγαν στο παραθαλάσσιο λιβάδι που βοσκούσαν τα βασιλικά κοπάδια. Μακριά ήταν οι αγελάδες, δεν τις καλόβλεπαν. Μόνο κάτι άστραφτε στιγμές-στιγμές από κει, μια λάμψη ασημένια φαινόταν και χανόταν.
Ο αέρας περνούσε απ’ το μυρωμένο λιβάδι και φυσούσε στη θάλασσα μετά, ανακατεύοντας τα αρώματα των ανθών με την αλμύρα. Σαν ανθισμένο μπουκέτο και τα κορίτσια, όλα με χρωματιστούς χιτώνες βαμμένους με πορφύρα, κρόκο, κυανό. Μπουκέτα έφτιαχναν και οι ίδιες με άγρια τριαντάφυλλα, βιολέτες της θάλασσας, ίριδες και παπαρούνες.
Οι λάμψεις πυκνώνουν ανάμεσα στα ψηλά χορτάρια ώσπου τα κορίτσια θαμπώθηκαν και, σε λίγα λεπτά, φανερώθηκε μπροστά τους ταύρος ολόλευκος και ήμερος με ασημένια κέρατα και μαύρα μάτια που κοιτούσαν κατευθείαν την Ευρώπη.
Έμειναν όλες ακίνητες. Ο φόβος για τον ταύρο κράτησε πολύ λίγο, μέχρι που άρχισαν απαλά να τον χαϊδεύουν και να του γλυκοτραγουδούν. Και η Ευρώπη, μ’ ένα τεράστιο μπουκέτο παπαρούνες σκαρώνει στεφάνι αντάξιό του και σοβαρά κοιτάζοντάς τον του το περνάει στ’ ασημένια κέρατα. Καμιά τους δεν γελάει πια. Η ερωτική συνάντηση έχει ήδη αρχίσει. Ο ταύρος χαμηλώνει, γονατίζει κι ο αναστεναγμός του πλημμυρίζει τον αέρα μ’ ένα άρωμα που η Ευρώπη δεν γνώριζε, άρωμα μεστό, αθάνατο. Το κορίτσι κάθεται στο λευκό μετάξι της ράχης του και, μόλις ο ταύρος σηκωθεί, ανάλαφρα κρατιέται απ’ τ’ ασημένιο κέρατο με το δεξί της χέρι. Μαλακά έτρεχε ο ταύρος, παιχνιδιάρικα γύρω απ’ τα κορίτσια κι εκείνα άρχισαν να ξανατραγουδούν και να γελούν. Στροβιλίζονταν όλοι μαζί, μέχρι που το σπάνιο πλάσμα άρχισε να τρέχει στ’ αλήθεια. Ο ουρανός γέμισε απ’ τα πέταλα του κόκκινου στεφανιού και σ’ αυτό το κόκκινο σύννεφο χάθηκαν οι δυο τους, ταύρος και Ευρώπη.

Η ανάσα του είχε κατακλύσει την ύπαρξή της. Και τότε, το μυαλό της φωτίζεται. «Αμβροσία», ακούει μια φωνή μέσα της. Θεοί, είναι ο ίδιος ο Δίας. Πάνω σ’ αυτή τη σκέψη, ο ταύρος πέφτει στη θάλασσα κολυμπώντας θαυμάσια γι’ άγνωστα μέρη. Αφήνουν για πάντα πίσω τους γη της Σιδώνας και ο αποχαιρετισμός, κόκκινα στίγματα στον ουρανό, τα τελευταία πέταλα απ’ το στεφάνι, το δώρο της μικρής Ευρώπης στον άρχοντα του κόσμου.
Η θάλασσα άρχισε να φουρτουνιάζει. Δεν υπάρχει φόβος. Δέος μόνο για τα θεϊκά συμβάντα. Δρόμος ήμερος ανάμεσα στα κύματα ορίζει τον προορισμό τους, τόσο ήμερος που δεν βράχηκε ούτε μία ακρούλα από τον πορφυρό χιτώνα της Ευρώπης. Υπέροχες μελωδίες και τραγούδια ακούγονταν, μέχρι που φάνηκε η θεία συνοδεία του ζευγαριού. Οι Νηρηίδες νύμφες, και οι πενήντα τους καβάλα σε δελφίνια, τραγουδούσαν στο σκοπό του Τρίτωνα, του γιου του Ποσειδώνα. Και το ίδιο το θεϊκό ζευγάρι, ο αδερφός του Δία ο Ποσειδώνας και η Αμφιτρίτη η θεά, ανάμεσα σε θαλασσοπούλια, ιππόκαμπους και κάθε λογής πλάσματα τ’ ουρανού και της θάλασσας, επισφραγίζουν την ερωτική πομπή. Όταν όλοι μαζί πλησίασαν την ακτή της Κρήτης και οι θαλάσσιοι θεοί αποτραβήχτηκαν στα κοραλλένια βάθη, ο πατέρας των θεών απίθωσε την Ευρώπη σε στέρεο έδαφος και χάθηκε.

Δίκταμος –”Έρωντας” όπως τον λένε ακόμα στην Κρήτη-, μέντα και φασκόμηλο μοσχοβολούσαν στα πόδια της και, πριν προλάβει να σκεφτεί, φάνηκαν μπροστά της δυο νέοι, ο Πόθος και ο φτερωτός Έρωτας και μία κοπέλα ολόγλυκη, η Πειθώ. Μαζί τους, σαϊτεμένη απ’ το ερωτικό βέλος, ανέβηκε η Ευρώπη μέχρι το Δικταίο Άντρο, και είχε αρχίσει η καρδιά της ν’ αποζητά τον θεό τον μέγιστο που την αγάπησε.
Στα βήματά της έσπαζαν τα βλαστάρια απ’ τα πρωτόφαντα στα μάτια της Ευρώπης άνθη του φλισκουνιού, των άγριων κρίνων, των κυκλάμινων. Η θεϊκή της ένωση πλησιάζει. Έξω απ’ τη σπηλιά με τα χίλια χρώματα, αναλαμβάνουν την περιποίησή της οι Ώρες, οι ίδιες που φροντίζουν και τη θεά του Έρωτα. Κι αφού την έλουσαν με το νερό του ποταμού και τη μύρωσαν με ανθόνερο απ’ τα αγριολούλουδα του νησιού, την έντυσαν με κυανό διάφανο χιτώνα και στόλισαν τα μαύρα της μαλλιά με άγριες ίριδες βαθυκύανες.

Την αφήνουν ανάμεσα στις νύμφες των δασών της Κρήτης και προχωρούν στη σπηλιά, όπου ετοιμάζουν λευκό νυφικό κρεβάτι σπαρμένο με πέταλα από άγριο γιασεμί. Η καρδιά, η ψυχή, το κορμί της, είναι ήδη παραδομένα. Βγαίνοντας από το σπήλαιο οι Ώρες με γλυκοχαϊδέματα την οδηγούν στον νυφικό κοιτώνα. Μένει μόνη. Τα εξαιρετικά άσματα συνεχίζονται, εντείνονται, και στην είσοδό της σπηλιάς εμφανίζεται μεγαλόπρεπος αετός. Ένιωθε άυλη ολότελα η Ευρώπη, ήταν έτοιμη να σμίξει μαζί του, μα την περίμεναν κι άλλα. Σε βράχο της σπηλιάς προσγειώνεται ο βασιλιάς των πουλιών, κι όπως ανοίγει τις χρυσές φτερούγες του, νάτος ο Δίας ο ίδιος με χρυσό χιτώνα. Μεγαλόπρεπος όσο ποτέ, γλυκός στην έκφραση, ερωτευμένος, αποφασισμένος. Το κορίτσι που έμελλε να ονοματίσει ήπειρο ολόκληρη έστεκε παράξενα δυνατό μπροστά του.
Τώρα τον χάνει ξανά από τα μάτια της. Στον ίδιο βράχο βλέπει ακουμπισμένο ένα μωρό τόσο όμορφο όσο δεν υπάρχουν λόγια, ένα αγοράκι. Και δίπλα του, στοργική μία κατσίκα περίμενε να το θηλάσει. «Η Αμάλθεια και ο Δίας μωρό!» σκέφτηκε η Ευρώπη και πήγε να πάρει το βρέφος αγκαλιά γλυκογελώντας. Γλυκογέλασε και κείνο κι άπλωσε τα χεράκια του. Κι όταν το πήρε επάνω της, θεοί, τί αλλαγή! Το ρόδινο δέρμα του μωρού έγινε σταρένιο, κι όλο μαζί μεταμορφώθηκε σ’ αμούστακο παλικαράκι.

Έτσι ενώθηκε ο Δίας με την Ευρώπη, όντας στην αγκαλιά της και δεν έφυγε από κεί, παρά σε τρεις μέρες και τρεις νύχτες. Με δύναμη κι αγάπη του δόθηκε κι εκείνη, και με δύναμη χωρίστηκαν χωρίς κλάματα αποχωρισμού. Ήδη στην κοιλιά της είχε σπείρει ο Δίας τρεις γιους που έμελε να γίνουν βασιλιάδες ξακουστοί: Τον Μίνωα της Κρήτης, τον σοφό Ραδάμανθυ των Νήσων των Μακάρων και τον Σαρπηδόνα, τον πρώτο άρχοντα της Λυκίας.
Την επισκεπτόταν συχνά ο Δίας την πανώρια ερωμένη. Και συχνά της έκανε σπάνια δώρα μαζί με τον έρωτά του, μα ποτέ δεν την άφησε να φύγει απ’ την Κρήτη. Για τούτο, έβαλε τον Τάλο, έναν γίγαντα τεράστιο, χάλκινο, φτιαγμένο απ’ τον Ήφαιστο, να την φυλάει μέρα-νύχτα πετώντας τεράστιους βράχους σ’ όποιους πλησίαζαν για όποιο σκοπό την αγαπημένη του.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s